Βιβλιοεκδόσεις Αναζητήσεις 

Εκδοτικός

Κοινωνικά δίκτυα

Μάθετε πρώτοι

P.O.BOX: 54065 - 3720
Λεμεσός - Κύπρος

00 357 99 779968

anazitiseis@gmail.com

Εγγραφείτε στο newsletter

© 2019 Βιβλιοεκδόσεις Αναζητήσεις


ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΛΕΣΙΟΣ & ΜΑΡΙΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΙΒΛΙΟΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ
 

Το ζεϊμπέκικο της εκδίκησης

  • Η βάρκα συνέχισε να αρμενίζει στην αγκαλιά του ζέφυρου τούτη τη φορά. Δεν μ’ ένοιαζε πια με ποιον έκανε κέφι να σουλατσάρει αφού εγώ δε μπορούσα να την κάνω κουμάντο. Τώρα, τι μαΐστρος, τι ζέφυρος και τι πουνέντες; Στο διάολο! Δεκάρα δεν έδινα. Σαν μερωμένος από καιρό κερατάς, την κοίταζα με απάθεια να πηγαίνει μ’ όποιον της έκλεινε το μάτι.
    Δε θυμάμαι πόσες μέρες πέρασαν ακόμα σ’ εκείνη την κόλαση. Θυμάμαι μονάχα πως τα γένια μου είχαν μεγαλώσει, τα μαλλιά μου το ίδιο. Τα χείλια μου είχαν σχίσει, το πρόσωπο είχε γεμίσει φλύκταινες που έσπαγαν και τα φλούδια που ξεπετιούνταν μέσ’ απ’ τις απ’ τις σχισμές πηγαινοέρχονταν στον άνεμο ίδια και όμοια σαν φύκια στο βυθό. Είχα σχεδόν εξαντληθεί. Τα μάτια μου βούλιαξαν, το δέρμα είχε σουρώσει κι απόμεινε ένα λεπτό και διάφανο στρώμα όσο για να σκεπάζει τα κόκκαλα. Δεν είχα πια τη δύναμη να περάσω από την πλώρη στην πρύμνη, μόλις που μ’ έπαιρναν τα πόδια μου. 
    Εκείνη η μέρα μου φάνηκε πως ήταν η μεγαλύτερη απ’ όσες έμεινα στη θάλασσα. Κάθισα στα πανιόλα μ’ ακουμπισμένη την πλάτη απάνω στο πέτσωμα της βάρκας να αβγορίζω ώρες ατέλειωτες με αδειανά μάτια το πέλαγο. Κι ύστερα μια σκοτοδίνη ήρθε να σκεπάσει πέρα ως πέρα το μυαλό μου κι η βάρκα, μου φάνηκε πως στριφογύριζε ασταμάτητα απάνω στον αφρό της θάλασσας. Έκλεισα τα βλέφαρα κι αφέθηκα να στριφογυρίζω μέχρι που έχασα κάθε αίσθηση του κόσμου ολόγυρα. Και πράγμα παράξενο. Ένιωθα ξαφνικά πως βρισκόμουνα σε μια γαλαρία φωτισμένη μ’ ένα γλυκό, γαλάζιο θεϊκό φως και περπατούσα, λέει, ανάλαφρα, χαρούμενα, όμορφος, στολισμένος και χαμογελαστός όπως τότε που πήγαινα στην εκκλησιά γαμπρός. Μα ξαφνικά όλα έσβησαν απότομα κι απόμεινα στο σκοτάδι, ένα σακούλι κόκαλα να σέρνομαι πιασμένος στο τοίχωμά της. Εκείνη την ώρα, δεν ξέρω γιατί, νόμιζα πως πήρα τα σκαλοπάτια του Άδη.